ἄατος

ἄ(α)τος
See also: ἄητος
Page in Frisk: 1,2

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • άατος — ἄατος και συνηρ. ἆτος, ον (Α) ακόρεστος. [ΕΤΥΜΟΛ. < *ἄ σα τος < α στερητ. + απαρέμφατο αόρ. ἆσαι < *ἄω (= χορταίνω)] …   Dictionary of Greek

  • ἄατος — insatiate masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀάτως — ἄατος insatiate adverbial ἄατος insatiate masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄατον — ἄατος insatiate masc/fem acc sg ἄατος insatiate neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὤατος — ἄατος , ἄατος insatiate masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀάτοις — ἄατος insatiate masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄατε — ἄατος insatiate masc/fem voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κἆθ' — ἆ̱τα , ἄατος insatiate neut nom/voc/acc pl ἆ̱τε , ἄατος insatiate masc/fem voc sg ἄ̱τᾱͅ , ἄτη bewilderment fem dat sg (doric aeolic) ἆ̱ται , ἄτη bewilderment fem nom/voc pl ἄτα , ἆτος insatiate neut nom/voc/acc pl ἄτε , ἆτος insatiate masc/fem… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κἆτ' — ἆ̱τα , ἄατος insatiate neut nom/voc/acc pl ἆ̱τε , ἄατος insatiate masc/fem voc sg ἄ̱τᾱͅ , ἄτη bewilderment fem dat sg (doric aeolic) ἆ̱ται , ἄτη bewilderment fem nom/voc pl ἄτα , ἆτος insatiate neut nom/voc/acc pl ἄτε , ἆτος insatiate masc/fem… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄατ' — ἄατα , ἄατος insatiate neut nom/voc/acc pl ἄατε , ἄατος insatiate masc/fem voc sg ἄαται , ἄτη bewilderment fem nom/voc pl (epic) ἄαται , ἄω 3 satiate pres ind mid 3rd sg (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄτω — ἄ̱τω , ἄατος insatiate masc/fem/neut nom/voc/acc dual ἄ̱τω , ἄατος insatiate masc/fem/neut gen sg (doric aeolic) ἆτος insatiate masc/fem/neut nom/voc/acc dual ἆτος insatiate masc/fem/neut gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.